Από τη στιγμή που ανέβηκε στη σκηνή, υπήρχε κάτι πάνω του που προκαλούσε αμέσως το ενδιαφέρον. Δεν χρειαζόταν εντυπωσιακές κινήσεις ή μια υπερβολική είσοδο για να τραβήξει την προσοχή. Με ήρεμη αυτοπεποίθηση και ένα α unmistakably old-school ύφος, στεκόταν έτοιμος να δείξει σε όλους τι ακριβώς μπορούσε να κάνει η φωνή του.
Ύστερα άρχισε να τραγουδά — και αυτή η βραχνή, γεμάτη soul φωνή άλλαξε αμέσως ολόκληρη την ατμόσφαιρα. Η φωνή του είχε μια ακατέργαστη ποιότητα που ακουγόταν αυθεντική και γεμάτη χαρακτήρα. Κάθε φράση μετέφερε τη ζεστασιά της κλασικής soul, ενώ η τραχιά χροιά του έδινε στην εμφάνιση μια δυνατή και εντελώς ξεχωριστή προσωπικότητα.
Καθώς η εμφάνιση συνεχιζόταν, έμοιαζε να βυθίζεται όλο και περισσότερο στη μουσική. Δεν υπήρχε ανάγκη για περιττούς θεατρινισμούς — η φωνή του έκανε όλη τη δουλειά. Αυτός ο συνδυασμός soul, ακατέργαστης δύναμης και συναισθήματος έκανε δύσκολο να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του, και το κοινό κατάλαβε γρήγορα ότι παρακολουθούσε κάτι ξεχωριστό.
Ακόμη και ο Simon έμοιαζε εντελώς απορροφημένος από την εμφάνιση. Παρακολουθούσε προσεκτικά καθώς ο τραγουδιστής χάριζε τη μία δυνατή στιγμή μετά την άλλη. Υπήρχε κάτι αναζωογονητικό στο να ακούς μια φωνή που δεν ακουγόταν υπερβολικά επεξεργασμένη ώστε να είναι τέλεια — αντίθετα, ήταν ακριβώς οι ατέλειές της που την έκαναν τόσο αξέχαστη.
Μέχρι το τέλος, αυτή δεν ήταν απλώς άλλη μία οντισιόν. Ήταν μια υπενθύμιση του πόσο καθηλωτική μπορεί να είναι μια πραγματικά ξεχωριστή φωνή. Old-school soul, απίστευτη βραχνάδα και αδιαμφισβήτητη σκηνική παρουσία ενώθηκαν σε μια εμφάνιση που απαιτούσε την προσοχή όλων από την αρχή μέχρι το τέλος.